Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΟΔΟΤΩΝ - ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Από τις διατάξεις του άρθρου 652 του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελεί με επιμέλεια την εργασία που ανέλαβε , ευθυνόμενος για την ζημία που προξένησε στον εργοδότη του από δόλο ή αμέλεια.
Ο βαθμός της επιμέλειας για την οποία ευθύνεται ο εργαζόμενος, κρίνεται από τη σύμβαση, λαμβανομένων υπόψη της μόρφωσης ή των απαιτούμενων για την εργασία ειδικών γνώσεων, των ικανοτήτων και των ιδιοτήτων γενικά τις οποίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο εργοδότης.

Έτσι μέσω της σύμβασης μεταξύ των δύο μερών είναι δυνατόν να περιορισθεί η ευθύνη από την παροχή εργασίας μόνο σε ιδιαίτερα βαριά αμέλεια και τον δόλο του εργαζόμενου(άρθρο 330 Α.Κ).
Δεν έχει ευθύνη ο εργαζόμενος  για ζημία από εργασία ,όταν αυτή οφείλεται στην έλλειψη γνώσεων και ειδικών ικανοτήτων που απαιτεί η θέση εργασίας που του αναθέτει ο εργοδότης, καθώς ο ίδιος (εργοδότης) όφειλε να τις γνωρίζει εξ αρχής και πριν αναθέσει την συγκεκριμένη εργασία στον εργαζόμενο, ο οποίος δεν διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα.
Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος γίνεται από ελαφρά αμέλεια πρόξενος ζημιάς στην περιουσία του εργοδότη, λόγω της φύσεως της παρεχόμενης εργασίας, η οποία συνεπάγεται τον κίνδυνο αυτό της ζημιάς,  δεχόμαστε ως ορθότερο, ότι εφόσον παρόμοιες ζημιές είναι αλληλένδετες προς την φύση της επιχείρησης, πρόκειται μάλλον για κίνδυνο της επιχείρησης τον οποίο φέρει εξ ολοκλήρου ο επιχειρηματίας ο οποίος ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα προς επίτευξη του σκοπού της επιχείρησης (συνδυασμός άρθρων 648 και 652 Α.Κ).

Οι υποχρεώσεις του εργαζόμενου καθορίζονται με την ατομική σύμβαση εργασίας και με καθήκοντα που αντιστοιχούν σε κάθε ειδικότητα. Τα ειδικότερα καθήκοντα του εργαζόμενου μιας ειδικότητας δεν προσδιορίζονται από γενικές ή ειδικές διατάξεις.
Σε πολλούς όμως κανονισμούς - οργανισμούς κυρίως μεγάλων επιχειρήσεων υπάρχει αναλυτική περιγραφή της ειδικότητας και της θέσης εργασίας του εργαζόμενου.

Προσδιοριστικά στοιχεία της έννοιας των καθηκόντων είναι οι απαιτούμενες ειδικές γνώσεις, η κτηθείσα θεωρητική και πρακτική εμπειρία, το είδος της εργασίας που συμφωνήθηκε με τη σύμβαση, καθώς και οι παραδεδεγμένες συναλλακτικές συνήθειες ή συνθήκες, μέσα στα όρια των οποίων προσφέρεται η συγκεκριμένη εργασία.
Οριοθετούν δηλαδή τα ανωτέρω στοιχεία το εύρος των καθηκόντων του εργαζόμενου, κατά την προσφορά της συγκεκριμένης εργασίας του.

Ο εργαζόμενος που προσλήφθηκε για μία ορισμένη εργασία καταρχήν δεν υποχρεούται να προσφέρει άλλη εργασία εκτός εκείνης που συμφώνησε. Τις περισσότερες όμως φορές η συγκεκριμένη συμφωνία αναφέρεται γενικά στην επαγγελματική ειδικότητα του εργαζόμενου, με την οποία αυτός προσλαμβάνεται, κάτι που δεν αρκεί για τον ακριβή προσδιορισμό του είδους της εργασίας που οφείλει , αλλά και δικαιούται να προσφέρει. Και αυτό , γιατί στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να προσδιοριστούν οι συγκεκριμένες εργασίες που υπάγονται στην επαγγελματική ειδικότητα του εργαζόμενου, οι οποίες και μόνο θα καθορίσουν το συγκεκριμένο κάθε φορά είδος της συμφωνημένης εργασίας, κάτι όμως που μόνο κατά τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης μπορεί να γίνει με ασφαλή τρόπο.

Παρεμφερείς εργασίες, την παροχή των οποίων έχει το δικαίωμα να αξιώσει ο εργοδότης, είναι οι συγγενείς και συναφείς προς την κύρια εργασία απασχολήσεις, που έχουν προπαρασκευαστικό, συμπληρωματικό ή παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με αυτήν ή εκείνες που προσφέρονται παρεπιπτόντως, χωρίς να επηρεάζουν ή να αλλοιώνουν ουσιαστικώς με άλλον τρόπο τον χαρακτήρα της κύριας απασχόλησης του εργαζόμενου στο σύνολό της.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 659 του Α.Κ προκύπτει ότι αν κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η παροχή από τον εργαζόμενο μέσα στο νόμιμο ωράριο πρόσθετης, διαρκούς φύσεως εργασίας η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με την εργασία που συμφωνήθηκε αρχικώς και παρέχεται συνήθως με μισθό, χωρίς να έχει συμφωνηθεί ο καταβλητέος πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του, ούτε να έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει για την πρόσθετη αυτή εργασία τον ειθισμένο μισθό, δηλαδή τον μισθό που καταβάλλεται συνήθως για την ίδια εργασία σε άλλους εργαζόμενους,  με τα ίδια προσόντα και τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ245/2012, ΑΠ1413/2009, ΑΠ2161/2007,ΑΠ122/2007, ΑΠ1953/2007, ΑΠ236/2003, ΑΠ1766/2001, ΑΠ1187/1999, ΑΠ970/1991, ΑΠ614/1991 κ.λ.π). 
Η πρόσθετη αυτή όμως αμοιβή δεν οφείλεται, αν έχει συμφωνηθεί (άρθρο 361 Α.Κ) μεταξύ μισθωτού και εργοδότη ρητά ή σιωπηρά κατά την σύναψη της σύμβασης, είτε μεταγενέστερα, να παρέχει ο μισθωτός την πρόσθετη εργασία χωρίς αμοιβή, η τελευταία δε να καλύπτεται από τον μισθό της κύριας απασχόλησης (Ολ.ΑΠ861/1984, ΑΠ1766/2001, ΑΠ1892/1987, ΑΠ937/1980 κ.λ.π).

Μονομερής βλαπτική μεταβολή κατά κατάχρηση (άρθρο 281Α.Κ) του διευθυντικού δικαιώματος, συντρέχει όταν ο εργοδότης στα πλαίσια της οργανωτικής αναδιάρθρωσης της επιχείρησής του, τοποθετεί τον μισθωτό σε άλλη υπηρεσία - ειδικότητα σε σχέση με εκείνη στην οποία είχε συμφωνηθεί και είχε τοποθετηθεί προηγουμένως, και με άλλο αντικείμενο, εφόσον τα νέα αυτά καθήκοντα είναι υποδεέστερα για τον εργαζόμενο και συνεπάγονται άμεση ή έμμεση ζημία ή ηθική βλάβη με την προσβολή της προσωπικότητάς του ως προς την επαγγελματική του αξία (Α.Π63/2012).

Η αναγραφή της ειδικότητας του εργαζόμενου στον πίνακα προσωπικού της επιχείρησης είναι υποχρεωτική και προβλέπεται στο άρθρο 16, παραγ.1Β του Ν.2874/2000. Ωστόσο σε περίπτωση αλλαγής της ειδικότητας του εργαζόμενου οι σχετικές διατάξεις (Ν.2874/2000, άρθρο 16 όπως ισχύει - Υ.Α αριθ. 28153/126/30-8-2013) δεν προβλέπουν την υποβολή τροποποιητικού πίνακα προσωπικού ως προς την ειδικότητα.

Σύμφωνα όμως με το Π.Δ 156/1994, άρθρο 2 παραγ.2γ, ο εργοδότης στο έγγραφο που θα παραδώσει στον εργαζόμενο όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 του ίδιου Διατάγματος (έγγραφη σύμβαση εργασίας- έγγραφο με τους βασικούς όρους εργασίας ), θα πρέπει να περιέχεται υποχρεωτικά, η ειδικότητα του εργαζόμενου, η κατηγορία της απασχόλησής του καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Διατάγματος ο εργοδότης, για κάθε μεταβολή των στοιχείων της ειδικότητας του εργαζόμενου, υποχρεούται να συντάσσει σχετικό έγγραφο και να το παραδίδει στον εργαζόμενο, το αργότερο ένα μήνα μετά την πραγματοποίηση της μεταβολής.
Για παράβαση των διατάξεων του Π.Δ 156/1994 προβλέπονται σχετικές κυρώσεις.

Συμπερασματικά θα τονίζαμε ότι η ειδικότητα καθώς και το αντικείμενο απασχόλησης του εργαζόμενου θα πρέπει να περιγράφεται αναλυτικά και με σαφήνεια, στην έγγραφη ατομική σύμβαση ή στο έγγραφο με τους βασικούς όρους εργασίας, προκειμένου να αποφεύγονται αμφισβητήσεις, παρερμηνείες, διαφωνίες και προκύπτουσες εργατικές διαφορές μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου ως προς το θέμα αυτό.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΑ ΝΟΜΙΜΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΚΕΚΟΜΜΕΝΟΥ ΩΡΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΑΛΕΙΜΑΤΟΣ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

ΕΝΝΟΙΑ ΩΡΑΡΙΟΥ Ωράριο εργασίας είναι το σύνολο των ωρών κατά τις οποίες ο μισθωτός παρέχει την εργασία του στον εργοδότη του, ημερησίως, εβδομαδιαίως, τακτικώς, εκτάκτως, εκ του νόμου ή εκ συμβάσεως. Είδη ωραρίου είναι το ημερήσιο, το εβδομαδιαίο, το τακτικό, το έκτακτο (υπερεργασία-υπερωρία), το νόμιμο, το συμβατικό, το συνεχές, το διακεκομμένο, το ημερήσιο και το νυκτερινό. ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ – ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Ώρες εργασίας θεωρούνται οι πραγματικές και σ' αυτές δεν περιλαμβάνονται οι διακοπές ή τα διαλείμματα.  Εξαίρεση του παραπάνω κανόνα, σε ειδικές περιπτώσεις. π.χ. Οδηγών Τουριστικών Λεωφορείων κ.α (ΥΑ. 51266/1975, ΠΔ. 176/2006, Κανονισμός Ε.Ε. 561/2006) Επίσης, οι εργαζόμενοι στο χώρο της κουζίνας έχουν υποχρεωτικό συνεχές άνευ διακοπής ωράριο (ΥΑ. 20714/1025/1976), ως και οι μερικώς απασχολούμενοι (άρθ. 2 παρ.7 Ν. 3846/2010), με εξαίρεση τους Οδηγούς , Συνοδούς Σχολικών Λεωφορείων και τους Καθηγητές σχολείων. Η εφαρμογή διακεκομμένου ή μη ωραρίου εργασίας,

ΠΟΤΕ ΜΙΑ ΑΠΟΛΥΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΑΚΥΡΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ

1.    ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΑΠΟΛΥΣΗΣ Σε ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων απαγορεύεται ρητά η απόλυση. Οι συνηθέστερες  περιπτώσεις παρουσιάζονται στις παρακάτω κατηγορίες: Α. Έγκυος ή μητέρα εργαζόμενη Σύμφωνα με το Ν. 1483/84, απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η απόλυση εργαζόμενης, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος καθώς και για χρονικό διάστημα 18 μηνών από την ημερομηνία τοκετού. (Άρ. 36 του Ν.3996/2011) Σαν σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί η ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου, που οφείλεται στην εγκυμοσύνη. Σπουδαίος λόγος μπορεί ενδεικτικά να θεωρηθεί η διάλυση ή πτώχευση επιχείρησης, η διάπραξη αξιόποινης πράξης, η δημιουργία καταστάσεων ή επεισοδίων που να καθιστούν αδύνατη τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, η πρόκληση βλάβης από πρόθεση και βαριά αμέλεια, η ίδρυση ανταγωνιστικής επιχείρησης κλπ.  H κρίση πάντως αν ένα περιστατικό αποτελεί σπ

ΠΩΣ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΔΩΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΣΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Οι γενικότερες διατάξεις για το  δώρο Χριστουγέννων  αναφέρονται στην ΚΥΑ 19040/81. Εκτός όμως των γενικών διατάξεων για την παροχή του δώρου των Χριστουγέννων στους εργαζόμενους, υπάρχουν και άλλες ειδικές περιπτώσεις, στις οποίες το δώρο υπολογίζεται ανάλογα με την ειδικότητα ή τη μορφή απασχόλησης και αμοιβής, των εργαζομένων. Ποιές είναι αυτές; 1. Στις περιπτώσεις όπου οι εργαζόμενοι, απασχολούνται σε περισσότερους από ένα εργοδότες και αμείβονται με ωρομίσθιο, ή μισθό και ποσοστά, ή με ποσοστά, ή κατά μονάδα εργασίας ή με άλλο σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών, το δώρο Χριστουγέννων, υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο των μηναίων αποδοχών, ή του μέσου ημερομισθίου των αμοιβών, τις οποίες λαμβάνει ο εργαζόμενος στο χρονικό διάστημα από 1 Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου ή μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης. Για την εξεύρεση του μέσου όρου διαιρούμε τις συνολικές αποδοχές του παραπάνω χρονικού διαστήματος, με τον συνολικό αριθμό των ημερών που εργάσθηκε κατά το διάστημα αυτό 2. Με τον ίδιο